«Αν μπορείς κοίταξε τον φόβο κατάματα και ο φόβος θα φοβηθεί και θα φύγει».
Νίκος Καζαντζάκης
Ο φόβος, λόγω των πολυεπίπεδων επιπτώσεών του (γνωστικών, συναισθηματικών και συμπεριφορικών), μπορεί να γίνει ένα καταστροφικό όπλο. Το να βιώνει κανείς τα έντονα συμπτώματα του φόβου είναι ιδιαίτερα δυσάρεστο – όταν αυτό δε γίνεται συστηματικά και επαναλαμβανόμενα, τότε είναι και καταστροφικό για τον οργανισμό. Ο φόβος μετατρέπεται σε ένα χρόνιο στρεσσογόνο παράγοντα, ο οποίος είναι οξειδωτικός για τον οργανισμό και συνδέεται ισχυρά με θανάτους από αγγειοκαρδιακές ασθένειες. Έτσι εκτός από το εφήμερο αποτέλεσμα του φόβου, που είναι ο έλεγχος, μακροχρόνια μπορεί να αποτελέσει εργαλείο εξόντωσης και καθυπόταξης. Η φυσιολογική αντίδραση σε χρόνιους στρεσσογόνους παράγοντες είναι άγχος, θυμός και κατάθλιψη. Στο επίπεδο της επεξεργασίας των πληροφοριών και των ψυχικών λειτουργιών, ο φόβος είναι διαβρωτικός. Γνωρίζουμε όλοι εμπειρικά ότι ο φόβος θολώνει την κρίση, εμποδίζει τη λήψης αποφάσεων, δυσκολεύει στην εστίαση της προσοχής, εμποδίζει τη συγκέντρωση και τη μνήμη, δημιουργεί την αίσθηση κόπωσης και απώλειας ελέγχου.
Στις σημερινές συνθήκες ο γενικευμένος παγκοσμιοποιημένος φόβος αποτελεί ένα χρήσιμο διεθνές εργαλείο ελέγχου. Τα μέσα επικοινωνίας, λειτουργούν ως ενισχυτές, που διευρύνουν τις αφηγήσεις του φόβου αναδεικνύοντας συγκεκριμένα και επιλεγμένα πεδία: τη διεθνή τρομοκρατία, το μεταναστευτικό, τη διαφορετικότητα, το φόβος για τα οικονομικά, το φόβο της βίας (φόβος θυματοποίησης).
Τα τελευταία χρόνια, κυρίως στην περίοδο του Μνημονίου, η ρητορική του φόβου στη χώρα μας στόχευσε στους αλλοδαπούς, τις δημόσιες δαπάνες, την τρομοκρατία και την ανασφάλεια.
Σε συνθήκες γενικευμένου φόβου αναπτύσσεται, μέσα από την επίδραση του επιβιωματικού στρες, ένας αμυντικός αυτοματισμός. Στρεφόμαστε ο ένας εναντία στον άλλον, ώστε να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας ενάντια άυλων αλλά συνεχών απειλών, τις οποίες δεν μπορούμε να συγκεκριμενοποιήσουμε. Ο εγκέφαλός μας λειτουργεί με συγκριμένο τρόπο – όταν θυμώνουμε, χρειάζεται να απευθύνουμε συγκεκριμένα το θυμό μας. Θυμώνουμε με τον δημόσιο υπάλληλο και όχι με αφηρημένες έννοιες όπως το κράτος ή ο νόμος. Κατά αυτόν τον τρόπο, ο φόβος μπορεί πρόσκαιρα να οδηγήσει στην πόλωση και τον διχασμό. Κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να εξηγήσει κανείς για ποιο λόγο έρχεται κάποιος να συμφωνήσει με κάτι εξόχως παράλογο, αρκεί να νιώσει ότι έχει έναν έλεγχο επάνω στον φόβο του. Είναι κοινός τόπος ότι υπάρχουν συμπολίτες μας που σκέπτονται την επιλογή του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα, χωρίς να μιλά στη λογική τους, μόνο και μόνο από φόβο για το μέλλον.
Ο φόβος μπορεί να καταπολεμηθεί με την πληροφόρηση, με τη συλλογικότητα και με το να αναμετρηθούμε μαζί του. Η αναμέτρηση αρχίζει με την απόφαση να τον κοιτάξουμε κατάματα.
Το δημοψήφισμα της ερχόμενης Κυριακής δεν είναι μόνο άσκηση ευθύνης και δημοκρατίας, αλλά και πράξη πολιτικής χειραφέτησης. Οι πολίτες της χώρας καλούνται να πάρουν θέση και να αναλάβουν τις ευθύνες και τις επιπτώσεις που τους αναλογούν, καταδικάζοντας τη λογική της ανάθεσης. Θα είναι παράλληλα η ευκαιρία να αντιμετωπίσουν το φόβο τους, μέσα από μια θεραπευτική διαδικασία. Να αποφασίσουν με τη λογική, να ισορροπήσουν συναισθηματικά μέσα από τη λήψη και την υλοποίηση της απόφασής τους. Από αυτή την οπτική οι διανοητικές επεξεργασίες που θα προκαλέσει η εβδομάδα αυτή στον καθένα και την καθεμία αποτελούν στοιχείο πολιτικής ωρίμανσης και ως τέτοιες είναι εξίσου σημαντικές με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.
Οι πολίτες που έχουν υποφέρει και κατατρομοκρατηθεί από τα Μνημόνια έχουν για πρώτη φορά τη δυνατότητα να καταδικάσουν πολιτικά την στρατηγική του Φόβου. Το ΟΧΙ είναι μια έλλογη επιλογή που δίνει παράλληλα την δυνατότητα μιας εσωτερικής ψυχολογικής και συμβολικής απελευθέρωσης από το φόβο.
Ο Βασίλης Θεοδώρου, Mgr., MSc, Phd(c), είναι ψυχολόγος, μέλος της γραμματείας της Ν.Ε. Βόρειας Αθήνας και του Τμήματος Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ.
