Αν υπάρχει ένα πράγμα στο οποίο η ελληνική Αριστερά σε όλες της τις εκδοχές είναι πραγματικά πολύ καλή, είναι να ανατέμνει τις επιλογές της και να ψηλαφίζει τα λάθη της, να κάνει την κριτική και την αυτοκριτική της. Είναι όμως μια ικανότητα την οποία απέκτησε με τρόπο επώδυνο, γλείφοντας τις πληγές της μετά από απανωτές, συντριπτικές ήττες. Είναι μία συζήτηση που έμαθε να κάνει διωγμένη, εκτοπισμένη, βασανισμένη. Είναι μία συζήτηση που έμαθε να κάνει, τη στιγμή που ο λαός που την είχε ακολουθήσει έμενε μόνος και αβοήθητος κι έσκυβε κι άλλο το κεφάλι.
Στα καθ’ ημάς, λάθη έγιναν. Πολλά και σοβαρά. Και πρέπει να τα συζητήσουμε. Όχι όμως με τους όρους που επιβάλλει η καταιγιστική δημοσιότητα, την οποία ορισμένοι απεγνωσμένα επιζητούν, ούτε βέβαια και με τους όρους «ξαφνικής αγάπης» της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού.
Υπάρχουν λάθη που κάναμε συλλογικά και ανατρέχουν σε βάθος πολύ μεγαλύτερο του πενταμήνου.
Ήταν λάθος το ότι δεν μπορέσαμε, ανοιχτά και δημοκρατικά, να συζητήσουμε μέσα στα όργανα του ΣΥΡΙΖΑ όλες τις απόψεις και τις εκδοχές, αλλά οχυρωθήκαμε σε δύο «στρατόπεδα», φιλοευρωπαϊκό και αντιευρωπαϊκό. Στερήσαμε από τη συλλογικότητά μας και την κυβέρνησή μας τη δυνατότητα να έχει επιχειρήματα και σχέδιο σε όλα τα σενάρια που πιθανόν να αντιμετώπιζε.
Ήταν λάθος που – στο όνομα του να διατηρηθεί το κόμμα ενωμένο – κρύψαμε τις υπαρκτές και βαθιές διαφωνίες μας «κάτω από το χαλί», με συνδικαλιστικού τύπου χειρισμούς. Έπρεπε να δούμε ότι – αργά ή γρήγορα, ακόμα και αν η εξέλιξη δεν ήταν τόσο δύσκολη όσο αυτή που αντιμετωπίζουμε σήμερα – οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις θα γινόταν κάποτε ασύμπτωτες. Αντί, λοιπόν, να τις κρύψουμε, έπρεπε ειλικρινά και συντροφικά να συζητήσουμε πάνω σ’ αυτές τις διαφορετικές μας απόψεις. Για να τις εντοπίσουμε, να τις κατανοήσουμε και να τις γεφυρώσουμε. Ή και όχι.
Ήταν λάθος που – σε απάντηση των προηγούμενων λαθών μας – εμπιστευτήκαμε ή ανεχτήκαμε να χαράσσεται η πολιτική μας από πρόσωπα που είναι ή (δικαιολογημένα ή μη) θεωρούνται «ειδήμονες», όμως δεν ανήκαν ποτέ ή επέλεξαν να αυτονομηθούν από τη συλλογικότητά μας. Κάποιοι εξ αυτών – όταν εμείς, οι πολλοί, γυρίσουμε πίσω στις οργανώσεις μας, να ανασυνταχθούμε και να στηρίξουμε τη συλλογικότητά μας στα δύσκολα και να πληρώσουμε ακόμα και τα λάθη που δεν κάναμε – θα βρίσκονται ήδη αλλού και θα σφυρίζουν ανέμελα.
Υπάρχουν βέβαια και λάθη με ονοματεπώνυμο. Λάθη που ίσως υποθέτουμε – κάποια θα τα μάθουμε πολύ αργότερα – και που δεν είναι αυτά που σπεύδουν να περιγράψουν διάφοροι από τους ακατάσχετα δημοσιολογούντες, προκειμένου να μας κάνουν να ξεχάσουμε ότι σε πολλές και κορυφαίες επιλογές αυτής της κυβέρνησης υπήρχε φαρδιά-πλατιά (και) η δική τους υπογραφή.
Για όλα αυτά και για πολλά άλλα έχουμε ήδη αρχίσει να συζητάμε και, αναμφίβολα, θα συνεχίσουμε να συζητάμε επί μακρόν.
Τούτες τις ώρες όμως η πρώτη ερώτηση στην οποία πρέπει να απαντήσουμε είναι μία : Θα αποδεχτούμε από τώρα ότι θα συζητάμε για τα λάθη αυτά ηττημένοι, από την ασφάλεια του σπιτιού μας, γράφοντας βιβλία, για το αποτυχημένο ιστορικό πείραμα της αριστερής διακυβέρνησης, που κάποτε επιχειρήσαμε; Ή θα βρούμε γρήγορα τα λάθη μας και θα μείνουμε στο πεδίο της μάχης, προσπαθώντας να διορθώσουμε όσα μπορούμε, να ελαχιστοποιήσουμε τις συνέπειες των λαθών μας για το λαό και τη χώρα;
Ως Αριστερά, διαχρονικά, ξέρουμε πολύ καλά να βρίσκουμε τα λάθη μας. Ας δοκιμάσουμε, έτσι για αλλαγή, για μια φορά να τα διορθώσουμε. Ας δοκιμάσουμε, αντί να ψηλαφούμε αναμεταξύ μας τις πληγές της ήττας και της άτακτης φυγής, να διορθώσουμε τα λάθη και να προχωρήσουμε μπροστά. Άλλωστε, και τα λάθη, δικά μας είναι…